Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απαριθμώ
- απόδοση: εκθέτω ή καταμετρώ μέρη συνόλου ή γεγονότα κατά σειρά ένα προς ένα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απαρίθμησε τα παρελκόμενα εφόδια χωρίς ουδεμία παράλειψη





