Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξειδικεύω
- απόδοση: ειδικεύω κάτι πλήρως περιορίζοντας αυτό σε κάτι συγκεκριμένο / αποκτώ εμπειρία & γνώσεις σε ορισμένο κλάδο τέχνης ή επιστήμης
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δια των σπουδών στην Γαλλία εξειδικεύθηκε στην καρδιολογία





