Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
στρατολογώ
- απόδοση: κατατάσσω στο στρατό πολίτες από διάφορους τόπους προκειμένου να συγκροτήσω στρατιωτική δύναμη ή να ενισχύσω ήδη υπάρχουσα / συγκεντρώνω οπαδούς προκειμένου να χρησιμοποιηθούν σε προσπάθεια που δύναται να έχει αγωνιστικό χαρακτήρα ή ακόμη & ιδιοτελή σκοπό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο κομματικός μηχανισμός στρατολόγησε πλήθος μελών για την εξυπηρέτηση προπαγανδιστικών μεθοδεύσεων





