Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παρακμάζω
- απόδοση: σε κατάσταση φθοράς της ακμής της ανάπτυξης ή της διαθέτουσας ισχύος / σε στάδιο φθοράς της αξίας / σε μείωση του κύρους & της φήμης
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κάποτε προκαλούσε ενθουσιασμό σήμερα όμως πρόκειται για παρηκμασμένη εκδοτική εταιρεία





