Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ακμάζω
- απόδοση: η σε ανώτατο σημείο ανάπτυξης πνευματική οικονομική πολιτισμική δραστηριότητα / που βρίσκεται σε περίοδο στρατιωτικής ισχύος / αναφερόμενοι σε προσωπικότητα που έδρασε προσφέροντας έργο συγκεκριμένη ιστορική περίοδο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το περίφημο αυτό ξενοδοχείο του Ναυπλίου άκμασε τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα





