Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κομπορρημονώ
- απόδοση: καυχιέμαι κατά τρόπον υπερβολικό για ανύπαρκτα επιτεύγματα / περιαυτολογώ για επιτυχίες / κομπάζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αρέσκεται να κομπορρημονεί αναφερόμενος σε επαγγελματικές επιτυχίες





