Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξαίρω
- απόδοση: περιγράφω κάτι με εμφατικό τρόπο προκειμένου να γίνουν αντιληπτές οι όποιες ιδιαιτερότητες / εγκωμιάζω / επαινώ / εκθειάζω άτομο ή κατάσταση / περνώ σε ποιοτικά ανώτερη κατάσταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αποτόλμησε να εξαρθεί από την κοιλιοδοιλία στην πνευματικότητα & γελοιοποιήθηκε
εξήρε τις δυσκολίες του εγχειρήματος κατά τρόπον ρεαλιστικό
τόλμησε να εξάρει το ανύπαρκτο κυβερνητικό έργο





