Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επιβαρύνω
- απόδοση: χειροτερεύω επιδεινώνω κατάσταση / προκαλώ ενόχληση / αυξάνω οικονομικό μέγεθος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επιβάρυνε το ακίνητο της Ύδρας με υποθήκη λόγω δανεισμού
το βιβλίο πέραν της αξίας του επιβαρύνεται με τα μεταφορικά





