Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαδραματίζω
- απόδοση: μετέχω κατά ενεργό τρόπο σε εξέλιξη καταστάσεως / εξελίσσομαι / εκτυλίσσομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατά τον ενταφιασμό του νεκρού διαδραματίσθηκαν τραγικές σκηνές





