Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ρυθμίζω
- απόδοση: ενεργώ ώστε να κινηθεί κάτι με ορισμένο ρυθμό / τακτοποιώ διευθετώ κατάσταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το πρόβλημα ρυθμίσθηκε με σχετικό νόμο της Κυβέρνησης προ μηνός





