Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαταράσσω
- απόδοση: προκαλώ λειτουργική ανωμαλία σε κάτι που κινείται κανονικά ή βρίσκεται σε κανονική κατάσταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τα λεγόμενα του διατάραξαν την ψυχική ισορροπία
το συμβάν διατάραξε εντόνως την οικογενειακή ηρεμία του





