Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προσεγγίζω
- απόδοση: πλησιάζω άτομο πράγμα ή τόπο με κάποιο σκοπό / φέρνω πλησίον κάτι με κάτι άλλο / εξετάζω πραγματεύομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
την προσέγγισε καθαρά συναισθηματικά & εξεπλάγην από τον εσωτερικό της κόσμο





