Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανορθώνω
- απόδοση: σηκώνω ορθό κάτι το πεσμένο ή σκυμμένο / επαναφέρω σε προηγούμενη κατάσταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανορθώθηκε η αυτοεκτίμηση μετά τις λαμπρές επιτυχίες του





