Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ορθώνω
- απόδοση: δίνω όρθια στάση σε κάτι / δημιουργώ εμπόδιο / ενεργώ ως εμπόδιο / αντιστέκομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο γάτος ορθώθηκε στα πισινά πόδια προκειμένου να διακρίνει ευκρινώς στο εσωτερικό του δωματίου
προ του κτιρίου οι αστυνομικές δυνάμεις όρθωσαν μεταλλικό κιγκλίδωμα





