Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκτυλίσσω
- απόδοση: αναφερόμενοι σε συνδεόμενα γεγονότα που συμβαίνουν με συνεχή διαδοχή / ξετυλίγω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το θεατρικό έργο εκτυλίσσεται στο λιμάνι της Μασσαλίας τον 19ο αιώνα





