Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαφυλάσσω
- απόδοση: φροντίζω ώστε κάτι που προκαλεί ενδιαφέρον να μη λησμονηθεί κατά την πορεία του χρόνου να μη καταστραφεί να μην απολεσθεί
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
φρόντισε να διαφυλάξει οικογενειακά κειμήλια προερχόμενα από την Σμύρνη





