Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προσφωνώ
- απόδοση: απευθύνω χαιρετιστήριο λόγο κατά την διάρκεια ειδικής συγκέντρωσης ατόμων / απευθύνω το λόγο δια τυποποιημένης εκφράσεως
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ως διευθύνων σύμβουλος προσφώνησε την υπουργό στην συγκέντρωση των εργαζομένων προς τιμήν της





