Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανοητολογώ
- απόδοση: κενολογώ / μωρολογώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
φύσει ενοχλητικό άτομο που επιμένει να ανοητολογεί επί μακρόν
φύσει ενοχλητικό άτομο που επιμένει να ανοητολογεί επί μακρόν

