Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διανοίγω
- απόδοση: ανοίγω / δημιουργώ πέρασμα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η κατασκευάστρια εταιρεία διάνοιξε την Αττική Οδό με μηχανήματα σύγχρονης τεχνολογίας
η φιλία που προέκυψε διανοίγει ευχάριστες προοπτικές στη ζωή τους





