Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
βεβαιώνω
- απόδοση: διαβεβαιώνω κάποιον / επιβεβαιώνω / καθιστώ βέβαιο / πιστοποιώ / πείθομαι / διαπιστώνω / εξακριβώνω / επικυρώνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επιτέλους βεβαιώθηκε για την ειλικρίνεια των αισθημάτων της
ο εισαγγελέας βεβαιώθηκε για την ενοχή του
ο μάρτυρας βεβαίωσε το συμβάν λεπτομερώς
ο τροχονόμος σήμερα βεβαίωσε πλήθος τροχαίων παραβάσεων επί της Σταδίου





