Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαβεβαιώνω
- απόδοση: βεβαιώνω ότι κάτι είναι αληθές πραγματικό υπαρκτό / υπόσχομαι με πλήρη βεβαιότητα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο διευθύνων σύμβουλος διαβεβαίωσε τους εργαζόμενους για την αναμενόμενη αναπροσαρμογή των μισθών τους





