Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μισθοδοτώ
- απόδοση: παρέχω μισθό έναντι προσφερόμενων υπηρεσιών
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανά μήνα μισθοδοτεί μία δεκάδα εργαζομένων που απασχολεί στην εμπορική επιχείρηση που διατηρεί στην πόλη της Πάτρας





