Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αυξομειώνω
- απόδοση: αυξάνω & μειώνω κάτι επαναλαμβανόμενα & διαδοχικά
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αρέσκεται να αυξομειώνει την ταχύτητα του αυτοκινήτου που καταντά κουραστικό





