Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προβλέπω
- απόδοση: διακρίνω / νιώθω / προαναγγέλλω κάτι το οποίο μαντεύω εξ αφορμής προαισθήματος / προεικάζω / προαισθάνομαι / ρυθμίζω / καθορίζω / προνοώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προείδε το θάνατό του & την ακριβή ηλικία αυτού





