Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αγαπώ
- απόδοση: αισθάνομαι έντονη συμπάθεια για άτομο εκδηλώνοντας ουσιαστικό ενδιαφέρον & αφοσίωση / εκφράζω τρυφερότητα / αισθάνομαι έρωτα για συγκεκριμένο πρόσωπο / συμφιλιώνομαι με αντιμαχόμενο άτομο / αισθάνομαι υπερβολική ικανοποίηση από παρουσία πράγματος το οποίο μου αρέσει πολύ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αγαπήθηκαν παράφορα παρά την άρνηση του περιβάλλοντος που εισέπραξαν
αν & νησιώτης αγάπησε με πάθος την Ηπειρώτικη μουσική έως υπερβολής
βέβαιον πως αγάπησε τον πατριό του περισσότερο από πραγματικό πατέρα





