Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προτάσσω
- απόδοση: τοποθετώ κάτι προ κάτι άλλου κυρίως σε προφορικό ή γραπτό λόγο / δίνω προτεραιότητα σε κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
σε κάθε περίπτωση προτάσσει το ίδιον συμφέρον





