Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κατηγοριοποιώ
- απόδοση: χωρίζω σύνολο ατόμων λόγου ή πραγμάτων σε κατά την κρίση μου κατηγορίες / εντάσσω σε κατηγορίες
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προσφάτως κατηγοριοποιήθηκαν σύμφωνα με καθορισμένα κριτήρια οι ασφαλισμένοι του Δημοσίου





