Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αντεπισκέπτομαι
- απόδοση: ανταποδίδω επίσκεψη που δέχθηκα από άτομο ή ομάδα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
παρά την κοινωνική υποχρέωση δεν προθυμοποιείται να τον αντεπισκεφθεί





