Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αντεπιτίθεμαι
- απόδοση: επιτίθεμαι εναντίον ατόμου ή ομάδος που μου επιτίθεται / ενεργώ δια αντεπιθέσεως
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
από πρωίας κυβερνητικές δυνάμεις αντεπιτίθενται σε συμμορίες ανταρτών





