Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υποβαστάζω
- απόδοση: τοποθετώ στήριγμα κάτω από κάτι / βοηθώ άτομο να σταθεί στα πόδια του ή να βαδίσει
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εντυπωσιακοί δοκοί υποβαστάζουν την μεταλλική οροφή του κτιρίου





