Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αντιστέκομαι
- απόδοση: ενεργώ προκειμένου να εξουδετερώσω ενέργεια στρεφόμενη εναντίον μου / δεν εκδηλώνω υποχώρηση σε εξωτερική πίεση / εναντιώνομαι σε κατάσταση / αντιμετωπίζω με το αμυντικό μου σύστημα εξωτερικούς νοσογόνους παράγοντες
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο οργανισμός του αντιστάθηκε εντυπωσιακά στην επίθεση μολυσματικής νόσου





