Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εναντιώνομαι
- απόδοση: παίρνω αντίθετη θέση σε άτομο ή σε κατάσταση / αντιτίθεμαι / αντιτάσσομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εναντιώθηκε σθεναρά στην πρόθεση της συζύγου να διαθέσουν ακίνητη περιουσία σε ίδρυμα





