Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αντιπαραβάλλω
- απόδοση: συγκρίνω κάτι με κάτι άλλο προκειμένου να εντοπίσω προκύπτουσες διαφορές
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο δικηγόρος ζήτησε το πρωτότυπο κείμενο με το υπάρχον αντίγραφο προκειμένου να τα αντιπαραβάλλει





