Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συσφίγγω
- απόδοση: σφίγγω μαζί καταβάλλοντας δύναμη τα σημεία συνδέσεως στοιχείων / ενεργώ διαμορφώνοντας στενούς δεσμούς μεταξύ ατόμων ή συνόλων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
την τελευταία διετία συσφίγγονται ολοένα & περισσότερο οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών





