Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προωθώ
- απόδοση: μετακινώ έμπροσθεν & προς συγκεκριμένη κατεύθυνση / συμβάλλω στην εξέλιξη προσώπου / συμβάλλω στην διάδοση απόψεων ή κάποιας ιδεολογίας / συμβάλλω στην διάδοση αγαθών / επιταχύνω διαδικασία ώστε υπόθεση να οδηγηθεί σε καταληκτικό στάδιο / για ιδέες που χαρακτηρίζονται πρωτοποριακές
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
με την αρθρογραφία του προώθησε την ευρωπαϊκή ιδέα
οικεία πρόσωπα τον προώθησαν σε διευθυντική θέση
τελευταία εκφράζει προωθημένες αντιλήψεις





