Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πολλαπλασιάζω
- απόδοση: αυξάνω κατά το μέγεθος τον αριθμό ή την ποσότητα / αναπαράγω πρωτότυπο / αναπαράγομαι από βιολογικής απόψεως / εντείνω / επαυξάνω / αυξάνω αριθμό με πράξη πολλαπλασιασμού
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επιδίωξαν να πολλαπλασιάσουν το πρωτότυπο με φωτοτυπικό μηχάνημα
οι όρνιθες πολλαπλασιάζονται με αυγά
το διαδίκτυο πολλαπλασιάζει τις δυνατότητες πληροφόρησης των χρηστών





