Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προλειαίνω
- απόδοση: λειαίνω κάτι από πριν / διαμορφώνω κατάλληλες συνθήκες
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εκ συστήματος προλειαίνει τις διαθέσεις προκειμένου να γίνει αποδοχή καταστάσεως





