Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εισοδηματεύω
- απόδοση: εξασφαλίζω εισόδημα από εργασία συναλλαγή ή εκμετάλλευση περιουσιακών στοιχείων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τα τελευταία χρόνια εισοδηματεύει από την μίσθωση ακινήτων στην Ύδρα





