Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ευνοώ
- απόδοση: εκδηλώνω εύνοια / υποστηρίζω επίτευξη στόχου / ενεργώ προνομιακά ή χαριστικά / αναφερόμενοι σε κάτι που εξυπηρετεί που συμφέρει ή που δημιουργεί συνθήκες κατάλληλες για ανάπτυξη & ευδοκίμηση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η Ελλάδα υπήρξε ανέκαθεν χώρα ιδιαίτερα ευνοημένη από τη φύση
κατά τις πρόσφατες προαγωγές αξιωματικών ευνοήθηκε εις βάρος ικανότερων συναδέλφων
οι τρέχουσες οικονομικές συνθήκες δεν ευνοούν την ανάπτυξη της αγοράς





