Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναστηλώνω
- απόδοση: επισκευάζω κτίριο από καταστροφικές ζημίες που υπέστη επαναφέροντας αυτό στην αρχική μορφή / προβαίνω σε αναστήλωση ιερών εικόνων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το αρχιτεκτονικό γραφείο του προσφάτως αναστήλωσε ένα λαμπρό αρχοντικό των Ιωαννίνων θύμα του Εγκέλαδου





