Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξομοιώνω
- απόδοση: υπάγω άτομο ή πράγμα στην αυτή κατηγορία με άλλο / θεωρώ κάποιον όμοιο με κάποιον άλλο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πολλάκις εξομοιώνει ανόμοια πράγματα





