Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σκοπεύω - 1
- απόδοση: επικεντρώνω την προσοχή σε ακριβές σημείο το οποίο προτίθεμαι να βάλλω κατευθύνοντας βλήμα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
σκόπευσε επί του κρανίου & προκάλεσε ακαριαίο θάνατο





