Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σκοπεύω - 2
- απόδοση: έχω πρόθεση να κάνω κάτι / σκέπτομαι να ενεργήσω με ορισμένο σκοπό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
σκοπεύει να θέσει σε λειτουργία ραδιοφωνικό σταθμό





