Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποδεκατίζω
- απόδοση: προκαλώ μείωση συνόλου έως αφανισμού κυρίως με βίαιο τρόπο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο πληθυσμός της χώρας αποδεκατίσθηκε από μολυσματική επιδημία





