Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποδοκιμάζω
- απόδοση: εκφράζω απαρέσκεια για κάτι το οποίο θεωρώ απορριπτέο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η πλειονότητα των πολιτών αποδοκίμασε τα νέα οικονομικά μέτρα της Κυβέρνησης





