Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επιδοκιμάζω
- απόδοση: εκφράζω τη συμφωνία μου για κάτι το οποίο θεωρώ ορθό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το κόμμα της μείζονος αντιπολίτευσης επιδοκίμασε τη στάση του Υπουργού Εξωτερικών έναντι της Τουρκίας





