Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συμπεριλαμβάνω
- απόδοση: περιλαμβάνω κάτι μαζί με άλλα / κατατάσσω μαζί με άλλους / υπολογίζω μαζί με κάτι άλλο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η αύξηση πωλήσεων συμπεριλαμβάνεται στους στόχους της διοίκησης





