Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποθέτω
- απόδοση: τοποθετώ / αφήνω κάτι στο έδαφος ή σε καθορισμένη θέση / συσσωρεύω υλικά στην επιφάνεια της γης προερχόμενα από διάβρωση που μεταφέρει το νερό ή ο άνεμος / εμπιστεύομαι κάποιον για κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
για τη βελτίωση της υγείας του πατέρα αποθέσαμε τις ελπίδες μας στον Θεό





