Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καθησυχάζω
- απόδοση: απαλλάσσω άτομο ή σύνολο από ανησυχίες ή φοβίες πείθοντας ότι δεν θα προκύψει κάτι δυσάρεστο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
καθησύχασε επαρκώς τους πολίτες για το ενδεχόμενο πτωχεύσεως της χώρας





