Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προσηλώνω
- απόδοση: συγκεντρώνω & κρατώ σταθερά το βλέμμα την προσοχή τη σκέψη σε κάτι / επιμένω & αφιερώνομαι εντελώς σε κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προσηλώθηκε στα χαρακτηριστικά του προσώπου της απολαμβάνοντας την ομορφιά της
το υπουργικό συμβούλιο είναι εντόνως προσηλωμένο στην αυξανόμενη ένταση εκ μέρους της γείτονος χώρας





